Πρωτοβουλίες ουσίας και όχι πυροτεχνήματα

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Βρισκόμαστε ήδη στην καρδιά του καλοκαιριού και παρά το γεγονός ότι απέχουμε μόνο λίγες μέρε...


ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Βρισκόμαστε ήδη στην καρδιά του καλοκαιριού και παρά το γεγονός ότι απέχουμε μόνο λίγες μέρες από τον κατ’ εξοχήν μήνα των διακοπών, τον Αύγουστο, το πολιτικό θερμόμετρο συμβαδίζει με τις, πολύ υψηλές είναι η αλήθεια, θερμοκρασίες της εποχής. 

Στο επίκεντρο των συζητήσεων για "μια νέα μεταπολίτευση που θα οδηγήσει στην Ελλάδα του 2021", όπως δήλωσε πρόσφατα ο πρωθυπουργός, βρίσκονται η απλή αναλογική, η άμεση εκλογή του Π.τ.Δ. από το λαό και η καθιέρωση των δημοψηφισμάτων ενώ γύρω από αυτές ήδη παίζεται ένα μεγάλο παιχνίδι εντυπώσεων, τυχοδιοκτισμών και μικροσυμφερόντων χωρίς πάντως να παραγνωρίζεται ότι μπορεί να υπάρχουν και κάποιοι λίγοι που συμμετέχουν με ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια σε αυτό το δημόσιο διάλογο. 

Ως προς την απλή αναλογική, αποτελεί σίγουρη συνταγή προς την ακυβερνησία σε μία χώρα στην οποία ακόμα και τώρα, έξι χρόνια μετά το ξέσπασμα της πρωτοφανούς κρίσης, οι πολιτικές δυνάμεις αρνούνται να συμφωνήσουν σε κάποιες βασικές κατευθυντήριες γραμμές για την έξοδο από αυτήν. Παράλληλα, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η ξαφνική εμμονή της κυβέρνησης να αλλάξει ο εκλογικός νόμος από την επόμενη κιόλας αναμέτρηση ούτε άδολη ούτε τυχαία είναι. 

Στο Μαξίμου γνωρίζουν πολύ καλά ότι στις επόμενες εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ, εκτός συνταρακτικού απροόπτου, δε θα είναι πρώτο κόμμα με αποτέλεσμα να επιδιώκουν μέσω του νόμου αφενός μεν να δυσκολέψουν το σχηματισμό κυβέρνησης υπό τη ΝΔ αφετέρου δε να παραμείνουν στο παιχνίδι της εξουσίας ακόμα και ως δεύτερο κόμμα προσεταιριζόμενοι τα μικρότερα, που χάρις στην απλή αναλογική, θα εισέλθουν στο κοινοβούλιο. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε πώς το 2012 με την προοπτική της διακυβέρνησης να ανοίγει διάπλατα, ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα σε ελάχιστο χρόνο μετατράπηκε από ένα μέτωπο αριστερών κομμάτων σε ένα ενιαίο κομματικό σχηματισμό, με συνοπτικές μάλιστα διαδικασίες, για να μπορεί να διεκδικήσει το μπόνους των 50 εδρών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να απέτυχε στη βασική της επιδίωξη που ήταν να ισχύσει η απλή αναλογική από τις επόμενες εκλογές, όμως το βέβαιο είναι ότι οι μεθεπόμενες θα διενεργηθούν με αυτό το σύστημα κάτι που προμηνύει πολιτικό χάος. 

Το δεύτερο καυτό θέμα στην ατζέντα των ημερών στα πλαίσια της συνταγματικής αναθεώρησης που έχει ανακινήσει ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο Αλέξης Τσίπρας, είναι ο θεσμός του δημοψηφίσματος. 

Αν και κατ’ αρχήν τα δημοψηφίσματα ως εργαλεία λήψης αποφάσεων δεν είναι απορριπτέα, εντούτοις οφείλουμε να λάβουμε υπόψη τη δομή και τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος στο οποίο αναφερόμαστε. Σε ένα πολιτικό σύστημα λοιπόν όπως το ελληνικό το οποίο είναι βαθιά πρωθυπουργοκεντρικό, με τη βουλή να διαδραματίζει πολλές φορές διεκπεραιωτικό ρόλο στις αποφάσεις της κεντρικής εξουσίας, το θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα και την κοινή γνώμη διχάζεται με το παραμικρό πολύ εύκολα και πολύ βαθιά, δεν υπάρχουν οι θεσμοί και οι δομές που απαιτούνται για να οδηγηθεί η χώρα μια τέτοια σημαντική διαδικασία, τουλάχιστον υπό προϋποθέσεις ανάλογες με αυτές που ισχύουν σε άλλες χώρες. Άλλωστε η περσινή φαρσοκωμωδία μιλάει από μόνη της. 

Συνεπώς, αυτό το οποίο χρειάζεται, είναι να αναβαθμιστούν ουσιαστικά η βουλή και η τοπική αυτοδιοίκηση, ώστε να μην χρησιμοποιούνται τα δημοψηφίσματα είτε ως άλλοθι ενός ανασφαλούς ή λαϊκίζοντος πρωθυπουργού είτε ως μέσο μετακύλισης των ευθυνών του στο λαό. 

Τέλος, άλλο ένα ζήτημα το οποίο απασχολεί την πολιτική επικαιρότητα τελευταία διχάζοντας είναι εκείνο της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας απευθείας από το λαό. Η άποψη αυτή, η οποία έχει διατυπωθεί πολλές φορές και στο παρελθόν, προωθείται σταθερά τόσο από την επικοινωνιακή ομάδα του Μαξίμου όσο και από τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα ο οποίος στην πρόσφατη συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά, χαρακτήρισε "ώριμη" αυτή τη σκέψη και εκτίμησε ότι "το θέλει ο ελληνικός λαός" αναρωτώμενος μάλιστα "όταν έχεις τη δυνατότητα να εκλέγεις τον κοινοτάρχη ή το δήμαρχο να μην έχεις άποψη για το ποιος είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας;"

Παρ’ όλα αυτά η υπόθεση δεν είναι τόσο εύκολη όσο την παρουσιάζει ο πρωθυπουργός. Ο Πρόεδρος εκλέγεται έχοντας το ρόλο του ρυθμιστή του πολιτεύματος και ως εκ τούτου θεωρείται υπερκομματικός. Σε περίπτωση όμως άμεσης εκλογής από το λαό θα πρέπει να παρουσιάσει κάποια πολιτική πρόταση κάτι που αυτονόητα συνεπάγεται και πολιτική θέση, η οποία όμως αντίκειται στην ουδετερότητα που επιβάλλεται να έχει. Παράλληλα, η χώρα θα οδηγηθεί έμμεσα σε δυαρχία με αποτέλεσμα την ξεκάθαρη αλλοίωση του χαρακτήρα του πολιτεύματος που είναι προεδρευομένη και όχι προεδρική ή ημιπροεδρική κοινοβουλευτική δημοκρατία. 

Υπό αυτό το πρίσμα όσοι υποστηρίζουν αυτήν την απλοϊκή αλλά καθόλου απλή πρόταση περισσότερο λαϊκίζουν, προσπαθώντας να δώσουν την ψευδαίσθηση στο λαό ότι θέλουν να συμμετάσχει άμεσα στην εξουσία, παρά απαντούν στις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει το πολιτικό σύστημα και η χώρα. Το πραγματικό αντίβαρο σε ένα πανίσχυρο πρωθυπουργό δε θα προέλθει από έναν ενισχυμένο Πρόεδρο αλλά από μία πραγματικά ισχυρή και με κύρος βουλή. 

Όπως και να έχει αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι μία συνταγματική αναθεώρηση προσαρμοσμένη στη σύγχρονη εποχή που θα προσπαθεί να διορθώσει χρόνια λάθη και αδυναμίες του συστήματος απαντώντας στα μεγάλα ερωτήματα των καιρών δεν είναι απλώς ευκταία αλλά και εφικτή. Η αλλαγή όμως δε θα επιτευχθεί μέσα από τα δημοψηφίσματα, την απλή αναλογική ή την άμεση εκλογή του Προέδρου που είναι περισσότερο επικοινωνιακά πυροτεχνήματα παρά πρωτοβουλίες ουσίας. 

Ο πυρήνας της βελτίωσης του πολιτικού συστήματος βρίσκεται σε τομές όπως η αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών, η ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου που θα αποφαίνεται άμεσα περί της συνταγματικότητας των νόμων και του τρόπου εφαρμογής αυτών και η κατάτμηση των μεγάλων εκλογικών περιφερειών όπως η αχανής Β΄ Αθηνών. Κυρίως όμως βρίσκεται στο ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτική και υπουργικής ιδιότητας, κάτι που θα αναβαθμίσει το ρόλο, το λόγο και το κύρος της βουλής καθιστώντας την ως ένα πραγματικό αντίβαρο στον πανίσχυρο πρωθυπουργό. Το 1748 ο Μοντεσκιέ στο «Πνεύμα των Νόμων» διατύπωνε τη θεωρία του για τη διάκριση των εξουσιών που αποτέλεσε τη βάση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Στην Ελλάδα του 2016 τόσο η τυπική όσο και η ουσιαστική διάκριση των εξουσιών παραμένει ακόμη το ζητούμενο.

Γιάννης Στέλιος Παπαδόπουλος

Related

What's hot? 789160520282514428

Δημοσίευση σχολίου

Έχετε άποψη; Μοιραστείτε τη μαζί μας.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Σχόλια με υβριστικό και προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται.

emo-but-icon

Recent Posts Widget

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

FACEBOOK

TWITTER

WEB TV


Αποκλειστική συνέντευξη του ψυχοθεραπευτή Ιάκωβου Σιανούδη

Rock 'n' Ball

Rock 'n' Ball
Πίστευε και μή ερεύνα...

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSFEED ΜΑΣ

item