Ιωάννης Μακρόπουλος: "Οι πηγαία ρομαντικοί είναι σύγχρονοι επαναστάτες"

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΕΛΙΟ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ Μπορεί μόνο μία λέξη να μας απαλλάξει από το βάρος και τον πόνο; Κατά πόσο τα μυστικά κ...


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΕΛΙΟ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ

Μπορεί μόνο μία λέξη να μας απαλλάξει από το βάρος και τον πόνο; Κατά πόσο τα μυστικά και οι προσωπικοί δαίμονες του παρελθόντος μπορούν να ορίζουν και το παρόν μας; 

Αυτά είναι τα δύο βασικά ερωτήματα τα οποία θέτει στον θεατή η ταινία μικρού μήκους "For Electra’s Love" του σκηνοθέτη Ιωάννη Μακρόπουλου. Η "Ηλέκτρα", στην οποία εκτός από τον νεαρό φέρελπι σκηνοθέτη που υπογράφει και το σενάριο πρωταγωνιστούν επίσης η Έφη Κιούκη στον ομώνυμο ρόλο με τον Τάκη Παπαματθαίου, έχει ήδη ταξιδέψει σε φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο, από την Ελλάδα και τις Φιλιππίνες έως τις ΗΠΑ, μετρώντας μάλιστα μεταξύ πλήθους υποψηφιοτήτων και δύο βραβεία. 

Ο Ιωάννης Μακρόπουλος με αφορμή τόσο την πρόσφατη βράβευση της ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Πειραιά με το Βραβείο Κοινού όσο και την επικείμενη συμμετοχή της στο Διεθνές Φεστιβάλ της Nice, μίλησε αποκλειστικά στο "The Columnist" για το φιλμ και τα υπαρξιακά ερωτήματα που αναδεικνύει, δήλωσε ενθουσιασμένος από τη συνεργασία του με τους υπόλοιπους συντελεστές ενώ δεν παρέλειψε να σχολιάσει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο τη σχέση τέχνης και πολιτικής, τη δημιουργία σε καιρούς οικονομικής κρίσης αλλά και πολλά άλλα. 

- Το "For Electra’s Love" το οποίο ξεκίνησε το ταξίδι του τον περασμένο Ιούνιο είναι το πρώτο φιλμ μικρού μήκους που σκηνοθετείς. Μίλησέ μου λίγο για την υπόθεση και για το πώς προέκυψε η όλη ιδέα. 

Ι.Μ.: "Έχω γνωρίσει στα χρόνια που εργάζομαι ως σκηνοθέτης και ηθοποιός, πολλές "Ηλέκτρες". Πολλές και πολλούς ηθοποιούς που θέλουν αλλά δεν τολμούν, που αντιμετωπίζουν ένα ψυχολογικό σύμπλεγμα το οποίο τους περιορίζει ή τους έχει καταφανώς ευνουχίσει. Ο ηθοποιός εξ’ ορισμού ξεκινάει έχοντας κάποιες τέτοιες νευρώσεις τις οποίες ξεπερνάει ή "απαλύνει" χάρη στην ικανοποίηση των φαντασιώσεών του μέσα από την τέχνη του. Αυτή είναι μια αγωνιώδης διαδικασία για όλους - για κάποιους αποτελεί βασανιστήριο- και από την αγωνία αυτή της οποίας έχω υπάρξει μάρτυρας πολλές φορές και ίσως την έχω βιώσει κιόλας, ξεκινάει και η σύλληψη της ιδέας. Ξεκινάει από όλες αυτές τις επώνυμες και ανώνυμες "Ηλέκτρες", από ηθοποιούς αλλά και οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, που δεν τολμάει να παίξει, να διεκδικήσει, να πράξει – δεν τολμάει καν να ερωτευτεί ή να ονειρευτεί. Στην υπόθεση της ταινίας λοιπόν, μια νεαρή, ταλαντούχα και γοητευτική ηθοποιός, η Ηλέκτρα, διεκδικεί τον ρόλο της συνονόματης Ηλέκτρας στην ομώνυμη τραγωδία. Η Ηλέκτρα αποζητά την Ηλέκτρα, πόσους εύλογους συνειρμούς μπορούμε να κάνουμε, ε; Σύντομα όμως, αρχίζουν να αποκαλύπτονται οι προσωπικοί δαίμονες της με τους οποίους βρίσκεται αντιμέτωπη, καθώς και ένα μυστηριώδες παρελθόν με τον συμπρωταγωνιστή της."

- Ποια είναι η σχέση της δικής σου Ηλέκτρας, της κεντρικής ηρωίδας του έργου, με την αντίστοιχη Ηλέκτρα του Σοφοκλή; 

Ι.Μ.: "Η πρώτη φορά που ερωτεύτηκα την Ηλέκτρα ήταν με το ομώνυμο έργο του Χόφμανσταλ και όχι με του Σοφοκλή. Οι ψυχαναλυτικές συνδηλώσεις που με γοητεύουν σε αυτή την αρχετυπική μορφή παρουσιάζονται πιο ξεκάθαρα στον Χόφμανσταλ, άλλωστε έγραψε το έργο του την περίοδο που αρχίζει να εμφανίζεται και ο Φρόυντ. Φυσικά, χρησιμοποίησα κάποιες φράσεις από το σπουδαίο έργο του Σοφοκλή όταν η ηρωίδα κάνει πρόβες για τον ρόλο, αλλά και σε κάποιες ατάκες κλειδιά – είναι απίστευτο πως ο Σοφοκλής μιλάει πρακτικά για τον "υποκατάστατο σχηματισμό" 2.500 χρόνια πριν τον «πατέρα της ψυχανάλυσης». Υπάρχουν επίσης, στοιχεία από την Ηλέκτρα που συναντάμε στην Ορέστεια του Αισχύλου και από αυτήν του Ευρυπίδη. Από εκεί και ύστερα όλες αυτές οι Ηλέκτρες έρχονται να στηρίξουν τους σύγχρονους "ανθρώπους-Ηλέκτρες" που ανέφερα πριν και εν τέλει ντύνονται με τον κατ’ εμέ σαγηνευτικό μανδύα της αισθητικής του φιλμ νουάρ, της αισθητικής που με έκανε να ερωτευτώ τον κινηματογράφο. Συνεπώς, η Ηλέκτρα μας καταλήγει μάλλον να είναι "παιδί" μιας σειράς από διαφορετικούς "έρωτες" που έχω βιώσει." 

- Στο έργο πρωταγωνιστούν, εκτός από εσένα, η Έφη Κιούκη και ο Τάκης Παπαματθαίου. Πώς θα χαρακτήριζες τη συνεργασία σας, μία συνύπαρξη παλιάς και νέας γενιάς, και ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που ξεχωρίζεις από τον καθένα ως καλλιτέχνη; 

Ι.Μ.: (Γελάει) "Καταρχήν ο Τάκης δεν είναι παλιά γενιά, συχνά τον έχω δει να είναι ό,τι πιο νέο υπάρχει στην πιάτσα! Έχει τόση ενέργεια, τόση αστείρευτη φαντασία. Ήταν δάσκαλος μου στην δραματική σχολή, αναπτύξαμε μετά μια στενή φιλία, ξέρω βέβαια ότι είναι εξαιρετικά αυστηρός και απαιτητικός. Είναι άλλωστε ένας θεατράνθρωπος με απίστευτη εμπειρία τόσες δεκαετίες στο σανίδι, μαθητής του Κουν που πρόλαβε και έπαιξε και σε παραστάσεις του. Κι όμως πρέπει να σου πω ότι ενώ έχω δουλέψει με περίπου 150 ηθοποιούς επαγγελματίες και ερασιτέχνες και ενώ ο Τάκης είναι μέχρι τώρα το πιο μεγάλο όνομα από όλους και όπως είπα πάντα αμείλικτος, είναι παράλληλα και αυτός που αποδείχθηκε ο πιο συνεργάσιμος, ο πιο ανοιχτός σε ιδέες, προτάσεις και οδηγίες! Το ίδιο ισχύει και για τον σπουδαίο Μάριο Στρόφαλη που υπογράφει την μουσική της ταινίας. Τώρα, όταν μπολιάζεται με τα παραπάνω ο ενθουσιασμός νέων παιδιών όπως η Έφη, αποτελεί εγγύηση επιτυχίας. Την Έφη την είχα σκηνοθετήσει πριν την ταινία, στο θέατρο, στο "Ξενοδοχείο Παράδεισος". Ήταν η πρώτη της δουλειά κι όμως την επιλέξαμε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Κατευθείαν με κέντρισε ένα πολύ προσωπικό στυλ που έχει όπως επίσης και η διαθεσιμότητά της. Γενικά μου αρέσουν οι άνθρωποι που είναι διαθέσιμοι, έτσι κι αλλιώς στο θέατρο και το σινεμά ο "δεν θέλω" και ο "δεν μπορώ", ΔΕΝ χωράνε!" 

- Μέχρι στιγμής το έργο μετράει 7 συμμετοχές σε φεστιβάλ τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα έχοντας ήδη κερδίσει δύο βραβεία, εκείνο του β’ ανδρικού ρόλου για τον Τάκη Παπαματθαίου στις ΗΠΑ και εκείνο του Κοινού στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Πειραιά. Πώς αισθάνεσαι γι’ αυτό; 

Ι.Μ.: "Κατ’ αρχάς θέλω να πω ότι είναι μεγάλη χαρά για εμάς, το γεγονός ότι μόλις μάθαμε ότι το σενάριο μου, καθώς και η διεύθυνση φωτογραφίας του αγαπημένου συνεργάτη Χρήστου Μπαλτά, είναι υποψήφια για βραβείο στο Φεστιβάλ της Νice στη Γαλλία, όπου μας πήραν πριν λίγες μέρες! Για το βραβείο του Τάκη η χαρά ήταν ιδιαίτερη, ένα αίσθημα ανταπόδοσης, είχα την τύχη ένας δάσκαλος μου από τον οποία πήρα πολλά, να βραβευτεί σε δικό μου δημιούργημα, στην Αμερική, σε ένα περιβάλλον με πολύ σκληρό ανταγωνισμό, κάπου όπου δεν μας ήξερε κανείς. Η Έφη ήταν επίσης υποψήφια στις Φιλιππίνες, εγώ ήμουν για 4 βραβεία σε 4 κατηγορίες στο ίδιο φεστιβάλ με τον Τάκη στις ΗΠΑ– είναι περίεργο το συναίσθημα γιατί είχαμε budget 400 ευρώ όταν οι ταινίες που συναγωνιζόμαστε στο εξωτερικό ξεκινάνε από τα 5.000 και φτάνουν μέχρι τα 120.000 – ναι 120.000 για μια μικρού μήκους, στην μια πρωταγωνιστούσε μέχρι και ο Kevin Spacey – νιώθεις λοιπόν τιμή και δικαίωση! 
Το Βραβείο Κοινού έχει μια επιπλέον γλύκα επειδή το ίδιο το κοινό μας επέλεξε ως την συνολικά καλύτερη ταινία. Ήταν παράλληλα η πρεμιέρα μας στην Ελλάδα, σε ένα φεστιβάλ που διοργανώθηκε από νέα, φιλόδοξα παιδιά σε συνεργασία με σημαντικούς φορείς. Προφανώς, θα έπρεπε ίσως να ακολουθήσω το κλισέ ότι τα βραβεία δεν έχουν σημασία και ναι, κατά κάποιον τρόπο όντως δεν έχουν, το παίρνεις στα χέρια σου, χαίρεσαι εκείνη τη στιγμή όπως όταν τρως μια σοκολάτα, πίνεις ένα ποτήρι νερό και η γεύση πάει, πέρασε. Αλλά έχει σημασία, όχι τόσο επειδή αναγνωρίζεται η δουλειά σου, αλλά επειδή δημιουργούνται καλύτερες συνθήκες για την επόμενη. Ασφαλώς και χαίρομαι επίσης, επειδή με μηδαμινό budget η ταινία έχει ταξιδέψει σε 6 χώρες σε 3 ηπείρους και έχει διακριθεί. Αυτό αποτελεί σπουδαία ανταμοιβή και σε όλους όσους συμμετείχαν αφιλοκερδώς – και ήταν πολλοί ευτυχώς για την ταινία, αλλά δυστυχώς γιατί ενώ το αξίζουν, στις μέρες μας αυτές οι δουλειές σπανίως χρηματοδοτούνται, εκτός άμα έχεις κάποιον μπάρμπα στην Κορώνη. Έχει και λίγο πλάκα βέβαια, γιατί όταν ξεκίνησε η ταινία κανείς δεν την είχε πάρει στα σοβαρά λόγω του budget, παρόλο που δεν την είχαν δει, ενώ τώρα θα βγεις για έναν ποτό και κάποιοι που έχουν ακούσει για τις επιτυχίες, θα σε ρωτάνε ξερογλείφοντας τα χείλη τους αν ετοιμάζεις κάποια καινούργια τέτοια δουλειά!"

- Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ηρωίδας σου είναι οι προσωπικοί δαίμονες και τα βαθιά κρυμμένα μυστικά του παρελθόντος που την ταλαιπωρούν. Πόσο καθοριστικό για το παρόν και το μέλλον μας είναι το παρελθόν και πώς εξηγείς ότι σε κάποιους πυροδοτεί τη δημιουργικότητα ενώ σε άλλους την προσωπική κατάρρευση; 

Ι.Μ.: "Νομίζω σε όσους το παρελθόν καθορίζει το παρόν, πυροδοτεί την κατάρρευση και σε όσους το μέλλον καθορίζει το παρόν, πυροδοτεί τη δημιουργικότητα. Προφανώς και σε φαντασιακό και σε συμβολικό και σε πραγματικό επίπεδο, παρελθόν παρόν και μέλλον μπλέκονται. Αλλά θεωρώ ότι η συνειδητότητα μας για τους φόβους που μας κυνηγούν, είναι ικανή αφού τους μεγεθύνει σε δαίμονες να τους μετατρέψει σε αγγέλους. Πέρα από αυτό το πιο ορθολογικό κομμάτι, θα έλεγα ότι η αγάπη με τις διάφορες μορφές της μπορεί να μας λυτρώσει από οτιδήποτε. Αλλά η αγάπη θέλει τόλμη και θέλει θυσίες. Θέλει να αποδεχτείς τον εαυτό σου και την ίδια στιγμή να τον απαρνηθείς για κάποιον ή κάτι άλλο."


- Αρκεί τελικά "μία και μόνο λέξη για να μας απελευθερώσει από τον πόνο" όπως αναφέρεται στην περιγραφή της ταινίας; Κάποιος θα το έβρισκε πολύ ρομαντικό ίσως και βολικό για τις μέρες που ζούμε… 

Ι.Μ.: "Μα γιατί να είναι κακό όμως το ρομαντικό; Βολικό δεν είναι σίγουρα! Τρελό; Ίσως...Πάντως, τόσοι πολλοί σήμερα πετροβολούν τον ρομαντισμό, την στιγμή που δεν έχουν καν το υπόβαθρο να είναι κυνικοί με την φιλοσοφική έννοια του όρου – τον πετροβολούν από μια θέση αφασίας και οκνηρίας. Για μένα οι πηγαία ρομαντικοί που έχουν παράλληλα μια συνειδητότητα του γίγνεσθαι γύρω τους, είναι σύγχρονοι επαναστάτες. Και μια λέξη, κουβαλάει πίσω της ένα πακέτο από χιλιάδες εικόνες και συνεπώς, εκατομμύρια λέξεις. Απλά πρέπει να βρούμε μέσα μας, την σωστή λέξη. Για άλλον είναι η αγάπη, για άλλον η αρμονία ή η ειρήνη, ο αγώνας, η διεκδίκηση. Για άλλους μπορεί να είναι και μόνο ένα όνομα, Δέσποινα, Γιώργος, Μαρία, Σωτηρία, Αλέξανδρος, Μαρίνα, Τόνια, Αφροξυλάνθη." 

- Εκτός των άλλων αυτήν την περίοδο συμμετέχεις και στην παράσταση "Αστέρι χωρίς όνομα", ένα διαχρονικό έργο του Ρουμάνου συγγραφέα Μιχαήλ Σεμπαστιάν, την οποία ανεβάσατε στα ρουμανικά και αυτήν την περίοδο παίζεται και στα ελληνικά. Μίλησέ μου για αυτή την ξεχωριστή εμπειρία και την ανταπόκριση του κοινού στην προσπάθεια που κάνετε. 

Ι.Μ.: "Μια συμβουλή σε όλους του ηθοποιούς. Αν σας δοθεί η ευκαιρία να δουλέψετε σε μια ξένη γλώσσα κάντε το! Είναι μια εμπειρία διαφορετική, μιας και το να παίζεις σε μια γλώσσα που δεν είναι η βασική σου, η πρώτη σου γλώσσα, σε κάνει να αντιληφθείς καλύτερα την σημασία τόσο των λέξεων, όσο και των συναισθημάτων που καλείσαι να εκφράσεις. Η υποκριτική διαδικασία φαίνεται σχεδόν πρωτόγνωρη, παίζοντας σε μια άλλη γλώσσα, για πρώτη φορά. Ήταν κάτι που πάντα ήθελα να δοκιμάσω και πλέον είμαι σίγουρος ότι θα το ξαναδιεκδικήσω στο μέλλον. Παράλληλα, το να δουλεύεις με μια σκηνοθέτη από άλλη χώρα και να απευθύνεσαι σε ένα κοινό με διαφορετικές πολιτισμικές προσλαμβάνουσες, σε "ανοίγει" ως δημιουργό. Και το γεγονός ότι τόσο το ελληνικό, όσο και το ρουμάνικο κοινό, ενθουσιάζονται με την παράσταση, για εμάς είναι πραγματική ευλογία!" 

- Πόσο εύκολο είναι για κάποιον νέο καλλιτέχνη να υπηρετεί την τέχνη σε καιρούς οικονομικής κρίσης; 

Ι.Μ.: "Εύκολο δεν είναι ποτέ ανεξαρτήτως οικονομικών συνθηκών. Νομίζω όμως, ότι το πραγματικά δύσκολο είναι κάποιος να υπηρετεί το γεγονός ότι είναι επαγγελματίας – άλλωστε την τέχνη τους όλοι λένε πως την υπηρετούν, έχεις ακούσει από κάποιον κάτι αντίθετο; Προσωπικά όμως, έχω μια μικρή αλλεργία στον όρο "καλλιτέχνης". Ιδιωτικός υπάλληλος, εργάτης, άντε δημιουργός ... μου ταιριάζουν καλύτερα. Το "καλλιτέχνης" χρησιμοποιείται κατά το δόγμα ότι είσαι ό,τι δηλώσεις, με έναν στόμφο αταίριαστο με το επάγγελμά μας - και μην γελιόμαστε, μόνο αν είναι επάγγελμα και όχι «τέχνη του τζάμπα» μπορεί να υπηρετηθεί σωστά μια θεατρική ή κινηματογραφική δημιουργία. Κυρίως όμως, το "καλλιτέχνης" έχει εκπέσει στο να είναι ένα σύγχρονο άλλοθι για τις αμέτρητες δουλειές στο τζάμπα, λες και ο ηθοποιός, σκηνοθέτης κλπ. δεν είναι ένας επαγγελματίας όπως όλοι οι άλλοι που πρέπει να πληρώνεται. Πολλοί παραγωγοί μάλιστα, ποντάρουν σε αυτό το "ψώνιο" που θα κάνει είκοσι δουλειές στη σειρά τζάμπα, απλά και μόνο γιατί έχει περάσει αυτή η νοοτροπία. Προφανώς αξίζει να υπάρχουν και δουλειές με ταπεινά μέσα οι οποίες μάλιστα μπορούν να βγάλουν και ένα καλό αποτέλεσμα. Ξέρω μερικές και θέλω να πιστεύω ότι και το "For Electra’s Love" είναι ένα παράδειγμα επιτυχημένης δουλειάς με μικρό budget. Αλλά ήταν μια πειραματική δουλειά, από νέους κυρίως καλλιτέχνες, με συντεταγμένο στόχο. Όχι για να κάνουμε το ψώνιο μας, αλλά για να αποκτήσουμε ένα δείγμα δουλειάς με θετική ανταπόκριση από το εξωτερικό το οποίο θα είναι ένα πρώτο βήμα για δουλειές υπό πολύ καλύτερες προϋποθέσεις στο μέλλον. Ήταν μια επένδυση. Την φρεναπάτη της τέχνης για την τέχνη στο τζάμπα και εις το διηνεκές τa θεωρώ καρκίνο για το θέατρο και το σινεμά. Και εδώ υπάρχει τρομερή ευθύνη τόσο από όλους μας σε αυτόν τον χώρο, όσο και από το Υπουργείο και τα συνδικάτα που έχουν βολευτεί με αυτό το καθεστώς χάους. Υπάρχει μια αντίληψη του μπάτε σκύλοι αλέστε και του "ό,τι γίνεται καλό είναι που γίνεται", αλλά αυτό καταστρέφει και ποιοτικά και οικονομικά τον χώρο μας, γιατί συντελείται ανοργάνωτα και μόνο για να ικανοποιηθούν είτε μικροσυμφέροντα, είτε το προσωπικό ψώνιο του καθενός. Για νευρώσεις και φαντασιώσεις δεν είπαμε και στην αρχή; Πάντως να ξέρουμε και τι λέμε. Δεν μας φταίει η κρίση μόνο. Τριάντα χρόνια τα σκατώναμε. Και εγώ βέβαια είμαι 25 χρονών, όταν ήμουν 18 η κρίση είχε ήδη ξεκινήσει, αλλά χρησιμοποιώ το σκατώσαμε αντί για το σκάτωσαν γιατί πρέπει να σταματήσουμε να μην μιλάμε στο ΕΜΕΙΣ. ΕΜΕΙΣ ποτέ δεν θα το λύσουμε, αν δεν πούμε ότι ΕΜΕΙΣ φταίμε, ακόμα κι αν δεν φταίμε τόσο. Θα ελπίζουμε πάντα ότι θα μας σώσει η θεία από το Σικάγο, ο Σώρρας και ο Τσίπρας – και ζητώ συγνώμη που βάζω την συμπαθέστατη θεία μαζί με τους άλλους δυο. Τα σκατώσαμε λοιπόν και τώρα πρέπει να πάρουμε απόφαση ότι 8 χρόνια δικαιολογιών και πολιτικού ναρκισσισμού είναι αρκετά. Ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ελπίζουμε στα ψέματα.


- Εκτός από καλλιτέχνης είσαι και πολιτικός επιστήμονας με αρκετές μάλιστα παρεμβάσεις και σχολιασμούς κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου στο πεδίο των social media. Τι ρόλο παίζει η πολιτική στη δουλειά και τα έργα σου; 

Ι.Μ.: "Καταρχήν παίζει ρόλο στο ότι άντε να βρεις να βολευτείς, να πάρεις μια επιδοτησούλα ή κάτι, άμα ασκείς κριτική στην κυβέρνηση κάθε εβδομάδα. Ξέρω φίλους, συναδέλφους, που επίσης έχουν τις ίδιες περίπου απόψεις, και καλύτερες από τις δικές μου μη σου πω, αλλά φοβούνται. Φοβούνται να τα πουν δημόσια. Κι εγώ φοβάμαι βέβαια, δεν στο παίζω θαρραλέος. Κάθε φορά ξέρω ότι θα δυσαρεστηθούν κάποιοι, θα κλείσουν κάποιες πόρτες. Αλλά λόγω των παράλληλων σπουδών στην πολιτική επιστήμη, φοβάμαι επίσης για το τι ψυχή θα παραδώσω αν δεν βγάλω άχνα γι’ αυτά τα απίστευτα που βιώνουμε, που βλέπουμε στην πολιτική σκηνή. Οπότε υπερισχύει αυτός ο φόβος τελικά. Κατά τα άλλα, μέσα από την δουλειά μου θεωρώ ότι δεν πρέπει να ξεκινάω με στόχο να πω κάτι πολιτικό, αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος της επιτήδευσης. Το όποιο υπόβαθρό μου και οι αναζητήσεις, θα τροφοδοτήσουν πολιτικά το έργο καθώς αυτό γράφεται και σκηνοθετείται. Η αλήθεια βέβαια είναι, όπως σωστά μου είχε επισημάνει κάποιος χωρίς εγώ να το είχα προσέξει μέχρι τότε, ότι ανάμεσα σε άλλες δουλειές που έχω σκηνοθετήσει ή παίξει, έχω γράψει 5 έργα από τα οποία τα 4 είχαν ένα γυναικείο όνομα στον τίτλο και το 5ο είχε τίτλο «Vive La Femme». Οπότε υπάρχει το ζήτημα της ισότητας και της χειραφέτησης των γυναικών το οποίο πολύ συχνά εμφανίζεται στη δουλειά μου, αλλά και πάλι η αφετηρία είναι ότι θέλω να δώσω φωνή σε έναν γυναικείο χαρακτήρα και όχι να κάνω κάποια προπαγάνδα. Το εάν στη συνέχεια θα υπάρξουν πολιτικές ή ψυχαναλυτικές συνδηλώσεις, είναι κάτι που προκύπτει στην πορεία. Υπάρχουν επίσης ζητήματα που πιστεύω ότι στις μέρες μας πια πρέπει να τα θεωρούμε πολιτικά. Για παράδειγμα, τί πιο πολιτικό από τον έρωτα και το όνειρο, σε μια εποχή κυνισμού, υλισμού και αφασίας;" 

- Πόσο αισιόδοξος είσαι για το μέλλον; 

Ι.Μ.: "Δεν νομίζω ότι η ζωή μας αφήνει χρόνο να είμαστε αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι. Πέφτουμε και σηκωνόμαστε συνεχώς. Αυτό που μετράει στο τέλος της ημέρας, είναι η χάρη με την οποία είμαστε ξαπλωμένοι στην λάσπη ή με την οποία την σκουντάμε από το πουκάμισό μας. Είναι η δύναμη με την οποία τα χέρια μας, μας σταματούν από το να φάμε το κεφάλι μας και μας σπρώχνουν πάλι προς τα πάνω. Είναι ο ρυθμός με τον οποίο χτυπάει η καρδιά μας και αποδέχεται ότι έπεσε ή αποφασίζει με πάθος ότι αξίζει το ρίσκο να ξανασηκωθούμε μέχρι το επόμενο πέσιμο."

Μπορείτε να βρείτε το trailer της ταινίας "For Electra's Love" εδώ και τη σελίδα στο facebook εδώ.

Γιάννης Στέλιος Παπαδόπουλος

Related

What's hot? 6234824543903008763

Δημοσίευση σχολίου

Έχετε άποψη; Μοιραστείτε τη μαζί μας.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Σχόλια με υβριστικό και προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται.

emo-but-icon

Recent Posts Widget

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

FACEBOOK

TWITTER

WEB TV


Αποκλειστική συνέντευξη του ψυχοθεραπευτή Ιάκωβου Σιανούδη

Rock 'n' Ball

Rock 'n' Ball
Πίστευε και μή ερεύνα...

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSFEED ΜΑΣ

item