Ευρωπαϊκή ισορροπία μέσα από παρεξηγήσεις

GUEST EDITOR ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΙΜΠΑΣ Στην ανάλυση του ελληνικού οικονομικού δράματος περιλαμβάνονται όλα τα σύγχρονα συστατι...

GUEST EDITOR


ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΙΜΠΑΣ

Στην ανάλυση του ελληνικού οικονομικού δράματος περιλαμβάνονται όλα τα σύγχρονα συστατικά της θεωρίας της αβεβαιότητας και τα παραδοσιακά συστατικά της  έννοιας και εφαρμογής της θεωρίας της ισχύος.

Από τη μια είναι δεδηλωμένη η αδυναμία μας να αναγνωρίσουμε «πού το πάει επιτέλους η κάθε πλευρά»  και από την άλλη δεν γνωρίζουμε τα πραγματικά κίνητρα μέσα στην πολυπλοκότητα μιας νέας πραγματικότητας στο διεθνές περιβάλλον: είναι η ισχύς, είναι ο ηθικός κίνδυνος, ο κίνδυνος διάδοσης, είναι οι συμμαχίες και πάει λέγοντας… Και τέλος, μήπως όλοι μπλοφάρουν;

Η γνώση είναι ουσία αλλά όταν προσπαθείς να απαντήσεις ένα ερώτημα με ένα νέο πιο σύνθετο ερώτημα, τότε πολλαπλασιάζεις την αβεβαιότητα και είσαι περισσότερο εκτεθειμένος, ειδικότερα αν θα πρέπει να κάνεις γενναίες υποθέσεις που ισχύουν οριακά στο πεδίο της πολιτικής πράξης. Όταν δε, υπεισέρχεται η έννοια της στρατηγικής επιλογής  ή  ο θόρυβος από τις διαρροές των ΜΜΕ, τότε το αποτέλεσμα καθίσταται περισσότερο επισφαλές. Εξ’ αιτίας όλων αυτών, είναι πιθανό ότι η αδυναμία εξεύρεσης σημείων ισορροπίας να οδηγήσει σε μια ισορροπία που κανείς δεν ήθελε ή δεν περίμενε.

Δεν είναι τυχαίο το εύρημα που προκύπτει στα διάφορα πειραματικά παίγνια όπου εκείνοι που συνήθως χάνουν επειδή σκέφτονται περισσότερο εργαλειακά είναι οι οικονομολόγοι – οι οποίοι υποτίθεται γνωρίζουν καλύτερα τη δομή των παιχνιδιών- και εκείνοι που κερδίζουν είναι εκείνοι που γνωρίζουν λιγότερα από ατομική συμπεριφορά (πχ νοσοκόμοι, εκπαιδευτικοί). Ο λόγος που συμβαίνει αυτό;  Γιατί οι πρώτοι ακολουθούν μια θεωρητική πεπατημένη, η οποία οδηγεί σε ατομικές λύσεις ως βέλτιστες, με την υπόθεση ότι όλοι οι άλλοι θα κάνουν το ίδιο. Οι υπόλοιποι σκέφτονται με παραδοσιακές νόρμες κοινωνικής συμπεριφοράς, και νομιμοποιούν τη στάση τους πιο εύκολα.

Η αίσθηση μου είναι ότι στο Eurogroup και την ελληνική διαπραγμάτευση συμβαίνει ακριβώς αυτό: μια διαρκής μετάθεση πεδίων ορισμού της πραγματικότητας και διαρκής προσαρμογή των κινήσεων του αντιτιθέμενου για να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού, η οποία συνοδεύεται από αυξημένο βαθμό καχυποψίας.  Με άλλα λόγια δεν υπάρχουν συγκρούσεις στο θεματικό πεδίο της διαπραγμάτευσης αλλά στη δομή των όρων αναπαραγωγής της.
Σε κάθε στάδιο διαπραγμάτευσης, η μοναδική έγνοια των παικτών είναι πώς θα έχουν αυτοί το πάνω χέρι, και όχι ποια θα είναι η τελική απόδοση (ultimatum game). Αντί επομένως η μεγαλύτερη ενδοσκόπηση να οδηγεί σε καλύτερη θεραπεία, δημιουργεί φαινόμενα απόσπασης του μερικού από το όλον ή της διαδικασίας από την ουσία, με προφανή συμπτώματα γενικευμένης αδράνειας ή και σύγκρουσης. Η σύγκρουση αυτή δεν είναι ασφαλώς πραγματική σύγκρουση: αποτελεί μια προσπάθεια απόκρυψης των πραγματικών αιτιών των συγκρούσεων που σοβούν σε διεθνές επίπεδο (κρίση με Ρωσία, Συρία, ρόλος της Ευρώπης, κόστος και αρχιτεκτονική Ευρωζώνης, γραφειοκρατία Βρυξελλών, Brexit, ρόλος Κίνας και πάει λέγοντας) και βρίσκουν έκφραση στο ελληνικό πρόβλημα. Σαφώς, αποτελεί και έκφραση μιας νέας εποχής που θεωρεί τη διαβούλευση ως  κόστος στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και θέτει την ανταγωνιστικότητα ως προτεραιότητα σε σχέση με τη σύγκλιση και την κοινωνική ευημερία.  Με άλλα λόγια, το ελληνικό πρόβλημα απορροφά μια ενέργεια που, εν τη απουσία του, θα χρειαζόταν να διοχετευτεί σε άλλα πεδία, ενδεχομένως και πιο επικίνδυνα για την παγκόσμια ιστορία.

Άλλη μια παράμετρος που υπεισέρχεται στο παιχνίδι είναι η δημοσιότητα που λαμβάνουν οι αντιθέσεις. Όσο πιο δημόσια γίνονται τα εν οίκω, τόσο πιο πολύ μεταβάλλεται το πλαίσιο διαπραγμάτευσης. Η κίνηση του Τσίπρα να νουθετήσει τους ηγέτες μέσω της Le Monde, του Βάιντμαν να μιλήσει για θέματα που δεν είναι εντεταλμένος, της Λαγκάρντ να εκφράσει δυσφορία για τη μη πληρωμή και του Γιούνκερ να προσφέρει ένα πακέτο στο οποίο εν μέρει διαφωνεί, δείχνει ότι το παιχνίδι της επικοινωνίας αμφίδρομα δε γίνεται με τους καλύτερους όρους.

Εν τέλει, πρέπει να παραδεχτούμε με κάθε ειλικρίνεια ότι σε αυτή τη φάση δε γνωρίζουμε τους στρατηγικούς στόχους που θέτουν οι εταίροι σε κάθε  φάση της διαπραγμάτευσης. Η άποψη ότι η ελληνική κυβέρνηση εξώθησε τα πράγματα στα άκρα είναι μάλλον πρόχειρη και ερασιτεχνική, αφού ούτε οι θεσμοί διέπονται από συνοχή, ούτε οι προτάσεις των δανειστών είναι γενικά συνεπείς. Όποιος πιστεύει στο αντίθετο βρίσκει τις αφορμές του στις εσωτερικές κακοφωνίες του ΣΥΡΙΖΑ και διαφόρων στελεχών που δεν ανήκουν όμως στο κεντρικό πυρήνα της ομάδας διαπραγμάτευσης. Το σύνηθες επιχείρημα αυτών, ότι αντί να κοπούν δαπάνες αυξάνεται η φορολογία είναι έωλο και εκ του πονηρού. Άλλωστε, η παραδοχή του ΔΝΤ για λαθεμένο υπολογισμό των πολλαπλασιαστών δημοσίων δαπανών είναι εδώ και καιρό γνωστή. Εξάλλου, η βαριά φορολογία συνυπάρχει με ένα κράμα κατάρρευσης των επενδύσεων και ασφυξίας της αγοράς. Και τούτο δεν έχει να κάνει σε καμία περίπτωση με τη διαχείριση του δημόσιου τομέα. Σε χρηματοοικονομικό επίπεδο η αποτυχία του μοντέλου αυτού είναι παταγώδης.

Επιπλέον, η ελληνική πλευρά φαίνεται να έχει πραγματοποιήσει σοβαρές υποχωρήσεις σε πολλά ζητήματα, οι οποίες όμως ντουμπλάρονται από εσωτερικές κακοφωνίες, μερικές από τις οποίες φτάνουν στα όρια της επιτηδευμένης γραφικότητας. Η ελληνική κυβέρνηση όφειλε ασφαλώς να διαγνώσει από την πρώτη στιγμή ότι δεν είναι δυνατό να ανέλθει ο κατώτατος μισθός με υπουργική απόφαση χωρίς να δημιουργήσει προβλήματα κυρίως στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις  και σίγουρα δεν ήταν προετοιμασμένη για μια οργανωμένη ανασύνταξη του ασφαλιστικού συστήματος, με προφανείς συνέπειες στο ύψος των επικουρικών συντάξεων. Τέλος, αγνόησε ορισμένα διαχειριστικά θέματα, η επίλυση των οποίων θα ήταν κομβική στην αναγνώριση από ξένους και εγχώριους επενδυτές ότι υπάρχει βούληση για τομές στη διοίκηση και το σχεδιασμό. Δε γνωρίζουμε ωστόσο αν η χαλαρότερη στάση σε αυτά τα ζητήματα θα αποτελούσε ένδειξη καλής θέλησης για τους θεσμικούς εταίρους. Πολύ αμφιβάλλω.  

Μολαταύτα, είναι πολύ πιθανό η τελική λύση που θα δοθεί να βρίσκεται ανάμεσα στα δυο αυτά πεδία πολιτικής ανάλυσης που αναφέραμε προηγουμένως: μεταξύ της στρατηγικής για την αβεβαιότητα και της αναγκαιότητας επιβολής της ισχύος. Ασφαλώς δε γνωρίζουμε την ακριβή παραμετροποίηση της τελικής επιλογής. Η προσωρινή λύση αποτελεί νίκη της ισχύος και παράταση της αβεβαιότητας.

Αξίζει όμως να αναλύσουμε ουδέτερα και «τεχνοκρατικά» το περιεχόμενο της συμφωνίας με βάση 2-3 κεντρικά ζητήματα: 

1) Τι γίνεται με το χρέος; Σε αντίθεση με εκείνους που προτάσσουν την εξυπηρέτηση και όχι τον όγκο του χρέους ως κεντρικό, όλοι γνωρίζουν ότι η ομηρία που μας επιφυλάσσεται στο διηνεκές δεν προσελκύει το ξένο επενδυτή γιατί γνωρίζει ότι οι κοινωνικές αναταράξεις θα αποτελούν πάντα πιθανότητα. 
2) Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις δε γίνεται να αποτελούν απλά μέθοδο πιστοποίησης υπακοής αλλά πρέπει να απαντούν στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας. Τη στιγμή που πολλές ακτοπλοϊκές γραμμές  έχουν χαρακτηριστεί άγονες, πιστεύουμε πραγματικά ότι η απελευθέρωση των ΚΤΕΛ θα δώσει ώθηση στην διατοπική οικονομία; Η κυβέρνηση έχει κάνει μια προσπάθεια να μεταθέσει το πρόβλημα σε λιγότερο ειδικές αγορές (ενέργεια, κατασκευές, διοίκηση, ΜΜΕ), αλλά δεν ξέρω αν το αποτέλεσμα θα είναι το αναμενόμενο.
3) Στο ασφαλιστικό σύστημα και την κοινωνική πολιτική, οι στρεβλώσεις είναι πραγματικά μεγάλες, ωστόσο τούτο απαντά στην ανυπαρξία πρόσβασης αυτών που έχουν ανάγκη σε άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση. Αν η κυβέρνηση πρέπει να υποχωρήσει κάπου, οι επικουρικές συντάξεις είναι το κατάλληλο πεδίο.

Στο ποδόσφαιρο λένε ότι το παιχνίδι κερδίζεται από εκείνον που κάνει τα λιγότερα λάθη και φέρνει το γήπεδο στα μέτρα του. Ασφαλώς αποτελεί ιστορική ανοησία της Ευρώπης να κάθεται να διαπραγματεύεται ως αντίπαλος με έναν αδύναμο εταίρο της. Όμως, σε αυτή τη στιγμή δεν πρέπει να κυριαρχήσει ο φόβος απέναντι σε μια ετερόδοξη αντίληψη της οικονομίας (γιατί ριζοσπαστική δεν τη λες). Ούτε όμως και η τιμωρία του βερμπαλισμού, της «αυθάδειας», της επιμονής. Από την ελληνική πλευρά θα πρέπει να υποχωρήσει το αίσθημα αδικίας, η λαιμαργία για ένα καλύτερο αποτέλεσμα, η αναβολή για την άλλη Ευρώπη.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ευθύνη των πολιτών είναι να αποφύγουν τα προπαγανδιστικά διλήμματα που σερβίρονται μεταλλαγμένα και να σταθούν με ψυχραιμία, νηφαλιότητα και καθαρή σκέψη στην επόμενη ημέρα. Η κουβέντα για το ποια Ευρώπη θέλουμε και ποια είναι η θέση μας εκεί ας αναβληθεί μέχρι ο καθένας να αποκαλύψει το πρόσωπό του. Το πρόσωπο της ισχύος ή το πρόσωπο της ρεαλιστικής αντιμετώπισης των κινδύνων; Το πρόσωπο της καθολικότητας ή της διαίρεσης; Εκτιμώ ότι δεν θα αργήσει να αποκαλυφθεί, ακόμη κι αν χρειαστεί να συνεισφέρουμε με τις επιλογές μας.

* Ο Δημήτρης Μπίμπας είναι οικονομικός αναλυτής και επιστημονικό στέλεχος ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ.

Related

What's hot? 8343689318346646496

Δημοσίευση σχολίου

Έχετε άποψη; Μοιραστείτε τη μαζί μας.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Σχόλια με υβριστικό και προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται.

emo-but-icon

Recent Posts Widget

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

FACEBOOK

TWITTER

WEB TV


Αποκλειστική συνέντευξη του ψυχοθεραπευτή Ιάκωβου Σιανούδη
item